ελεγειοποιός

ελεγειοποιός

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ελεγειοποιός" в других словарях:

  • ελεγειοποιός — ἐλεγειοποιός, ο (Α) ο ελεγειογράφος …   Dictionary of Greek

  • ἐλεγειοποιός — elegiac poet masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελεγειοποιός — ο ο ελεγειογράφος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐλεγειοποιοῦ — ἐλεγειοποιός elegiac poet masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγειοποιούς — ἐλεγειοποιός elegiac poet masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγειοποιόν — ἐλεγειοποιός elegiac poet masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ποιός — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγική δύναμη, που συνδέεται με το ρ. ποιῶ. Η παραγωγική σχέση μεταξύ τού ρ. ποιῶ και τών συνθέτων σε ποιός δεν έχει προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Το… …   Dictionary of Greek

  • ελεγειογράφος — ο ποιητής που γράφει ελεγείες, ελεγειοποιός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»